βάσανος

βάσανος
Grammatical information: f.
Meaning: `touchstone, inquiry (by torture), agony' (Pi.).
Derivatives: βασανίτης λίθος (H., cf. Redard Noms grecs en -της 53). Denom. βασανίζω `put to the test, inquire (by torture)' (Ion.-Att.).
Origin: LW [a loanword which is (probably) not of Pre-Greek origin] Egypt. (Lyd.)
Etymology: From Egypt. baḫan, a stone, used by the Egyptians as touchstone of gold. It came to Greece through Lydia (Λυδία λίθος B. 22); the σ for is unclear. Sethe BerlSb. 1933, 894ff.; Kretschmer Glotta 24, 90. - In Plin. 36, 58 basaniten became basalten by mistake, from where basalt originated, s. Niedermann Mus. Helv. 2, 127f.
Page in Frisk: 1,222

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βάσανος — touchstone fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάσανος — η (AM βάσανος) λεπτομερής, εξονυχιστική εξέταση (α. «η βάσανος της λογικής» β. «βάσανον ὑποκείσονται» θα περάσουν από δοκιμασία, θα υποστούν λεπτομερή έλεγχο) αρχ. μσν. βασανιστήριο, σωματική κάκωση 2. πόνος, ταλαιπωρία αρχ. 1. η λυδία λίθος,… …   Dictionary of Greek

  • βασάνοις — βάσανος touchstone fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασάνοισιν — βάσανος touchstone fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασάνου — βάσανος touchstone fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασάνους — βάσανος touchstone fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασάνων — βάσανος touchstone fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασάνῳ — βάσανος touchstone fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάσανοι — βάσανος touchstone fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάσανον — βάσανος touchstone fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • CABULUS — machina bellica, ad conterendos muros. Brite Armoric. Philip. l. 7. Sed mox ingentio saxa, Emittit cabulus, nequiensque (haec) ferre debiscit, Per mediumque crepans, purs corruit alter a muri. Forte a gabuli similitudine, veter. gabali. Glossa… …   Hofmann J. Lexicon universale

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.